επωμίδα

η (AM ἐπωμίς)
φρ. «επωμίδες ιστού» — κομμάτια ξύλου, προσαρμοσμένα γύρω από τη στήλη τού ιστού τού σκάφους. Χρησιμεύουν για τη στήριξη εκ τών κάτω τού θωρακίου και τών δίζυγων τού ιστού
νεοελλ.
1. πλέγμα με τα διακριτικά τού βαθμού που προσαρμόζεται στους ώμους τής στολής τών αξιωματικών
αρχ.-μσν.
1. η ακρωμία, το άνω άκρο τού βραχίονα που συνδέεται με την κλείδα
2. το αρχιερατικό ωμοφόριο
αρχ.
1. το πίσω μέρος τού αυχένα
2. ο ώμος
3. το μέρος τού γυναικείου χιτώνα που στερεωνόταν με περόνη στον ώμο
4. πληθ. αἱ ἐπωμίδες
τα θυρόφυλλα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ώμος + υποκοριστική κατάλ. -ις].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • επωμίδα — η 1. εξάρτημα στον καθένα από τους ώμους της στολής των αξιωματικών, όπου βρίσκονται και τα διακριτικά του βαθμού τους, σπαλέτα. 2. (ναυτ.), το μάγουλο (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐπωμίδα — ἐπωμίς the point of the shoulder fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • накладъ — НАКЛАД|Ъ (11), А с. 1.Прибыль, процент, рост (в денежных операциях): А се наклади •в͠і• грiвнѹ. ѡтрокѹ. двѣ гр҃внѣ и •к҃• кѹнъ. РПр сп. 1280, 621в; то же РПрМус сп. XIV, 14–14 об.; РПрТр сп. XIV, 339; мнѣ выѥхати... к тобѣ и росмътрити сьла… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • нарамьникъ — НАРАМЬНИК|Ъ (1*), А с. Часть облачения первосвященника: i вси вношаху проповѣданоѥ имъ... овъ злато. инъ сребро. се же каменьѥ драгое на нарамникъ. овъ же червленицю скану. (εἰς τὴν ἐπωμίδα) ГБ XIV, 205а …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • BRIAREUS — Gigas, Aetheris, Titanis, vel Caeli et terrae filius. Hunc Homerus ait Iliad. 1. v. 403. a superis quidem Briareum dictum fuisse, ab hominibus vero Aegaeona: Ο῝ν Βριαρέων καλέουςι ςθεοὶ, ἄνδρες δέ τε πάντες Α᾿ιγαίωνα. Hic cum ceteris Gigantibus… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • SARDONYX — lapis apud Veteres magni nomins, de cuius vocis etymo diximus supra, in voce Sarda. Iosepho primus fuit e XII. iilis lapidibus, qui Aaronis τὴν ἐςςην´ην distinguebant; ut Senioribus Sardius. Eidem Sardonyches fuêre duo lapides soham, in Humerali… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αστέρι — Ονομασία τεσσάρων οικισμών. 1. Πεδινός οικισμός (υψόμ. 20 μ., 315 κάτ.) στην πρώην επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς του νομού Λακωνίας. Βρίσκεται στην εύφορη πεδιάδα του Έλους. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Έλους. 2. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 420 μ.,… …   Dictionary of Greek

  • επωμίδιος — ἐπωμίδιος, ία, ον (Α) [επωμίς] αυτός που βρίσκεται πάνω στους ώμους («ἐπωμίδιος φλέψ», Ιπποκρ.) 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐπωμίδιον μικρή επωμίδα …   Dictionary of Greek

  • επωμίς — η βλ. επωμίδα …   Dictionary of Greek

  • εφαπτίς — ἐφαπτίς, ίδος, ἡ (Α) [εφάπτομαι] 1. στρατιωτικός επενδύτης, χλαίνη, μανδύας, πανωφόρι («πάντες οἱ προειρημένοι εἶχον πορφυρᾱς ἐφαπτίδας, πολλοὶ δὲ διαχρύσους», Πολ.) 2. μανδύας τής απεικόνισης τού αστερισμού τού Τοξότη 3. εβραϊκό ιερατικό ένδυμα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.